θυλακίσκος

θῡλακ-ίσκος, ,=
A

θυλάκιον 1

, bread-basket, Ar.Fr.545, Crates Com.14.
II = θυλάκιον 11, Dsc.2.106.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυλακίσκος — θυλακίσκος, ὁ (Α) 1. καλάθι ψωμιού, σακούλι 2. θυλάκιο, μικρός σάκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύλακος + υποκορ. κατάλ. ίσκος (πρβλ. μην ίσκος, οβελ ίσκος)] …   Dictionary of Greek

  • θυλακίσκε — θυλακίσκος bread basket masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυλακίσκον — θυλακίσκος bread basket masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυλακίσκιον — θυλακίσκιον, τὸ (Α) υποκορ. τού θυλακίσκος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυλακίσκος + υποκορ. κατάλ. ιον (πρβλ. κοράσ ιον, παιδ ίον)] …   Dictionary of Greek

  • θύλακος — Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.